ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: ΜΑΚΗΣ ΜΑΪΛΗΣ Το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα 1950 – 1967

Κυριακή 21 Σεπτέμβρη 2014

 

Σελ. /40

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

ΜΑΚΗΣ ΜΑΪΛΗΣ

Το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα 1950 – 1967

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 2014

pastedGraphic.pngΟ συγγραφέας στο νέο αυτό πόνημα καταθέτει ιστορική γνώση και επαναπροσδιορίζει επιστημολογικά και μεθοδολογικά ερωτήματα για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής στο παρελθόν και στο παρόν με άξονα την υλιστική διαλεκτική ανάλυση των γεγονότων της περιόδου 1950 – 1967. Στην εισαγωγή (σελ. 21 – 51) εμπεριστατωμένα καταγράφει ό,τι προηγήθηκε (1940 – 1949) ως γεγονοτική και πολιτική ιστορία με τρεις άξονες: α) Την Ελλάδα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, β) το ιστορικό ερώτημα για την περιοριστική ή επεκτατική οικονομική πολιτική Γ) την κατάσταση του λαϊκού κινήματος και την πολιτική του ΚΚΕ: Η ιστορική αφήγηση γεγονότων μέσω της δημοσιευμένης βιβλιογραφίας, των αρχείων αλλά και ρήσεων επωνύμων της εποχής καλύπτει την πολιτική ιστορία και τις οικονομικές ορίζουσες της ταξικής πάλης. Η κριτική και συνθετική αφήγηση του συγγραφέα στοχεύει στην αποδόμηση ιστορικών ταμπού και στερεοτύπων για το ρόλο των αστικών κομμάτων, για την δικτατορία της αστικής τάξης. Είναι σταθερή η θέση του συγγραφέα διαχρονικά και συγκριτικά επίσης με άλλα κράτη versus στην τάση «…του αστικού παράγοντα να εγκλωβίζει τον όγκο των λαϊκών δυνάμεων στις δικές του αντιθέσεις…» (σελ. 47).

Σε τρία πυκνά και τεκμηριωμένα κεφάλαια α) «Οι προσπάθειες ανασύνταξης και σταθεροποίησης του αστικού, πολιτικού συστήματος 1950 – 1952» (σελ. 51 – 139), β) «Η πορεία σταθεροποίησης και ανασυγκρότησης του αστικού πολιτικού συστήματος (1953 – 1965)» σελ. 139 – 269, γ) «Η αποσταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος, η στρατιωτική δικτατορία 1967» (σελ. 269 – 311) ο συγγραφέας μάς μεταφέρει σε γεγονότα, πρόσωπα, δομές και αιτίες στην ιστορική διαδρομή του αστικού πολιτικού συστήματος. Τέλος, διαβάζουμε με ενδιαφέρον τις θεμελιακές αρχές συγκρότησης της σοσιαλιστικής εξουσίας από το Πρόγραμμα του ΚΚΕ, ένα διαχρονικό μάθημα Ιστορίας για την οργάνωση του Κόμματος (αντί επιλόγου, σελ. 317 – 325). Στο Παράρτημα, δίνονται σύντομα βιογραφικά στοιχεία (35) πολιτικών της περιόδου 1950 – 1967 (σελ. 325 – 351), αναδεικνύοντας την άνεση του συγγραφέα στη χρήση και αξιοποίηση της ιστορίας των επωνύμων, ενώ με την παράθεση των πηγών επιβεβαιώνει την ιστορική τεκμηρίωση και τη διασταύρωση των ιστορικών στοιχείων, ώστε να κατανοούν οι αναγνώστες την πορεία της κριτικής, ιστορικής σκέψης (351 – 354).

pastedGraphic_1.pngΕιδικότερα, περιγράφεται «η τριετία του Συναγερμού, η αντικομμουνιστική υστερία, η επίδραση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στο αστικό, πολιτικό σύστημα της Ελλάδας, η ίδρυση της ΕΡΕ, η Ενωση Κέντρου» και ανασυντίθεται διαλεκτικά η «αστική στρατηγική στις νέες συνθήκες, το αστικοπολιτικό σύστημα στα χρόνια 1950 – 1952 με τις ενδοαστικές αντιθέσεις, το δίχρονο των κυβερνήσεων του Κέντρου»: Στο πυκνό με πηγές υλικό διαβάζουμε ως λέξεις και θεματικές κλειδιά την επαναστατικότητα versus στις οικονομικές συμμαχίες του αστικού κράτους, που συνιστούν το βασικό πυρήνα της ιστορικής ανάλυσής του (σελ. 55). Επιπρόσθετα, η παραπομπή στο θεσμικό πλαίσιο που οικοδομήθηκε στα χρόνια 1946 – 1949 (σελ. 57) και η Ιστορία του ΚΚΕ ενισχύουν την ιστορική ερμηνεία της περιόδου αυτής με στόχο «το ιδεολόγημα για το κράτος της Δεξιάς», με σαφείς ποσοτικές αναφορές και ποιοτικά στοιχεία για τις «κοινωνικές λειτουργίες του κράτους», αναδεικνύοντας την επικαιρότητα της ιστορικής αναδρομής στη «διεύρυνση των κατασταλτικών και γραφειοκρατικών τομέων της δημόσιας διοίκησης» versus των τομέων της Παιδείας, Υγείας, Πρόνοιας (σελ. 60). Ο ρόλος του στρατού ως μηχανισμού της αστικής εξουσίας και οι ενδοαστικές αντιθέσεις οδηγούν τους αναγνώστες στη χρονογραμμή της ιστορικής αφήγησης με: α) κριτική αποτίμηση για την παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα, β) τη στάση της εγχώριας αστικής τάξης, γ) την «αναπαλαίωση του Συναγερμού», δ) τη λαθεμένη επιλογή του ΚΚΕ για την ίδρυση της ΕΔΑ χωρίς ωστόσο να αναιρείται η δεκάχρονη επαναστατική δράση της, ε) το ρόλο της βασιλείας, στοχεύοντας στην πολιτική ρήση του συγγραφέα «κριτήριο για το λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να είναι ποια αστική κυβέρνηση θα μείνει ή θα πέσει… αλλά η υπεράσπιση της λαϊκής πάλης» (σελ. 112). Με ιστορικές αναφορές τόσο σε πτυχές της εγχώριας όσο και της διεθνούς πραγματικότητας της περιόδου μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο συγγραφέας αναδεικνύει λανθασμένες – όπως αποδείχτηκαν – εκτιμήσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος της εποχής για τη στρατηγική των συνεργασιών κομμουνιστικών κομμάτων με αστικές πολιτικές δυνάμεις. Μπορούμε να σταθούμε σε τρία βασικά παραδείγματα στα οποία και από τα οποία προκύπτουν συμπεράσματα τόσο για τη λαθεμένη, όπως αποδείχθηκε, λογική των σταδίων όσο και για τη σχέση μεταξύ «εθνικού» και «ταξικού» ως παράγοντα διαμόρφωσης επαναστατικής πολιτικής γραμμής.

 

pastedGraphic_2.pngΕΑΜ και κυβέρνηση εθνικής ενότητας: Το ΕΑΜ, του οποίου βασικός αιμοδότης ήταν το ΚΚΕ, συμμετείχε στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» (έπειτα απ’ τη συμφωνία του Λιβάνου, 1944) με πέντε υπουργούς και έναν υφυπουργό. Τέτοιου είδους κυβερνήσεις, όπως σημειώνεται στο βιβλίο (υποσ. 15, σελ. 28), σχηματίστηκαν και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Ιταλία, κ. α.) ως αποτέλεσμα μιας ευρύτερης στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος της εποχής που ενίσχυε τις τάσεις συνεργασίας των «αντιφασιστικών» δυνάμεων ενάντια στους κατακτητές. Ορθώς επισημαίνει ο συγγραφέας ότι η συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας επιβεβαιώνει την αδυναμία του ΚΚΕ, στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, να διαμορφώσει στρατηγική πάλης για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. Γράφει συγκεκριμένα ο Μ. Μαΐλης: «Ο ένοπλος λαός έγινε τότε ουρά των εξελίξεων, που το άρμα τους έσυραν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις. Η παρουσία έξι ΕΑΜιτών υπουργών στην κυβέρνηση και μάλιστα στα οικονομικά υπουργεία, όχι μόνο δε συνέβαλε στη λήψη ουσιαστικών φιλολαϊκών μέτρων, αλλά και υποχρέωσε τους ΕΑΜίτες υπουργούς να συναινέσουν σε μέτρα τα οποία δεν είχαν φιλολαϊκό χαρακτήρα» (σελ. 138). Το ισχυρό πλειοψηφικό ρεύμα που δημιούργησε η δράση του ΕΑΜ την περίοδο της Κατοχής θα μπορούσε, όπως σημειώνει ο συγγραφέας (σελ. 45), υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσει το λαϊκό κίνημα προς μια επαναστατική κατεύθυνση κατάληψης της εξουσίας. Δεν υπήρξαν, όμως, οι αναγκαίες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η στρατηγική του ΚΚΕ, η αυτοτελής δράση του εργατικού – λαϊκού κινήματος, η σύγκρουση με το σύνολο της αστικής τάξης και του οπορτουνισμού κ.ά. Σημαντικό, επομένως, συμπέρασμα είναι αυτό που αναφέρει το βιβλίο (επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στο Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1949 – 1968, «Σύγχρονη Εποχή», 2011) ότι το Κόμμα υποτίμησε τη δυνατότητα της αστικής τάξης και των πολιτικών της εκπροσώπων να οδηγήσουν, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ και παρά τις όποιες δυσκολίες, στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση και σταθεροποίηση του ελληνικού αστικού κράτους.

pastedGraphic_3.pngΟι περιπτώσεις των ΚΚ Γαλλίας και Ιταλίας: Η συμμετοχή του ΕΑΜ στην «κυβέρνηση εθνικής ενότητας» πρέπει να ερμηνευτεί μέσα από το πρίσμα της στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος της εποχής. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των ΚΚ Γαλλίας και Ιταλίας τις οποίες υπενθυμίζει ο συγγραφέας (υπ. 220, σελ. 137). Και τα δύο αυτά ισχυρά Κομμουνιστικά Κόμματα της Ευρώπης μετείχαν σε αστικές κυβερνήσεις των χωρών τους, συμβάλλοντας ουσιαστικά σε δύο πράγματα: 1. Στη μεταπολεμική σταθεροποίηση των αστικών πολιτικών συστημάτων στις χώρες τους και 2. στον ιδεολογικό εκφυλισμό των ίδιων και την επακόλουθη σοσιαλδημοκρατικοποίησ τους. Οπως σημειώνεται στο βιβλίο, οι περιπτώσεις των ΚΚ Γαλλίας και Ιταλίας αποτελούν και αυτές επιβεβαίωση της λανθασμένης εκτίμησης που επικρατούσε στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ότι η συνεργασία ΚΚ και σοσιαλδημοκρατίας θα μετατόπιζε εργατικές μάζες προς τα ΚΚ.

Η συγκρότηση της ΕΔΑ το 1951 αποτέλεσε λαθεμένη επιλογή του ΚΚΕ. Προήλθε κυρίως ως ανάγκη του ΚΚΕ να δράσει πολιτικά, μέσα από τις κατά το δυνατόν νόμιμες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, ιδιαίτερα μετά την ήττα του ΔΣΕ και το κύμα αντικομμουνισμού (εκτελέσεις, διώξεις, εξορίες, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων κ.ά.) που ακολούθησε τον Εμφύλιο. Χωρίς να αναιρεί την ηρωική δράση κομμουνιστών και προοδευτικών ανθρώπων μέσα από τις γραμμές της ΕΔΑ, η προσέγγιση του συγγραφέα επιβεβαιώνει νομοτέλειες της επαναστατικής στρατηγικής που αφορούν και την πολιτική συμμαχιών. Η μελέτη της δράσης της ΕΔΑ γίνεται υπό το πρίσμα δύο βασικών παραγόντων: Από τη μια, η στρατηγική του ίδιου του ΚΚΕ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος της εποχής και απ’ την άλλη, οι ζυμώσεις για την ανασυγκρότηση του αστικού πολιτικού συστήματος. Ενα βασικό ζήτημα της στρατηγικής του ΚΚΕ, που σχετίζεται με τη συμμετοχή του στην ΕΔΑ, αναδεικνύει ο συγγραφέας σημειώνοντας: «Το προβληματικό σημείο βρισκόταν στο γεγονός ότι το ΚΚΕ είχε εντάξει την πάλη για δικαιώματα και ελευθερίες σε στρατηγική εκδημοκρατισμού της αστικής εξουσίας. Με αυτόν τον τρόπο τα αντικομμουνιστικά και άλλα αντιλαϊκά νομοθετήματα αντιμετωπίζονταν ως παρεκκλίσεις από τη Δημοκρατία και όχι ως οργανικό συμπληρωματικό στοιχείο της αστικής δημοκρατίας» (σελ. 120 – 121). Το βιβλίο προσφέρει χρήσιμα συμπεράσματα για την προσπάθεια της αστικής τάξης μεταπολεμικά να καθυποτάξει το ΚΚ, όχι μόνο μέσω των διώξεων, των έκτακτων στρατοδικείων και των «δηλώσεων μετανοίας», αλλά και σε ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο, να οδηγήσουν δηλαδή σε εκφυλισμό και σοσιαλδημοκρατικοποίηση τον επαναστατικό χαρακτήρα του Κόμματος. Εχοντας το σοσιαλισμό ως τελικό, αλλά όχι άμεσο, στόχο, η στρατηγική που διαμόρφωσε το ΚΚΕ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα τις δεκαετίες 1950 – 1960 αντικατοπτρίζεται στην ίδια την πολιτική δράση της ΕΔΑ. Η στρεβλή εκτίμηση περί «αμερικανοκρατίας» και ο εγκλωβισμός στο δίπολο Κέντρο – Δεξιά οδήγησαν το ΚΚΕ σε μια αντίληψη ότι μπορεί να πετύχει μια αντιιμπεριαλιστική δημοκρατική συμμαχία, βλέποντας τμήματα της αστικής τάξης, που προσδιορίζονταν ως εθνική αστική τάξη, ως αντίβαρο της επιρροής των ξένων μονοπωλίων στη χώρα. Ερχόταν, επομένως, στο προσκήνιο η ανάγκη για ένα «μίνιμουμ πρόγραμμα» με τη συνεργασία άλλων κομμάτων (Ενωση Κέντρου) που θα οδηγούσε σε ένα εκδημοκρατισμένο αστικό καθεστώς. Αυτό αποτελούσε ουσιαστική λοξοδρόμηση από τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού, ο οποίος, παρότι δεν απεμπολήθηκε ποτέ από το Πρόγραμμα του ΚΚΕ, υποτασσόταν στην ανάγκη δημιουργίας «πατριωτικού αντιιμπεριαλιστικού μετώπου». Η ανάλυση του συγγραφέα επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα που περιλαμβάνονται στο Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1949 – 1967, στο οποίο, μεταξύ πολλών άλλων, αναφέρεται: «Αποδείχτηκε στην πράξη ότι ήταν λάθος η υιοθέτηση, από το ΚΚΕ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, “ενδιάμεσου” στόχου εξουσίας που χαρακτηριζόταν είτε ως “επαναστατική εξουσία αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα” ή “Λαϊκή Δημοκρατική Κυβέρνηση”, είτε ως “αντιιμπεριαλιστική – αντιμονοπωλιακή εξουσία” κ.λπ.».

Στο τρίτο και τελευταίο Κεφάλαιο του βιβλίου αναλύεται η πορεία που διέγραψε η πολιτική ζωή της χώρας τα τελευταία χρόνια πριν το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απρίλη 1967. Για να δώσει μια επαρκή εικόνα του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού υπόβαθρου που οδήγησε στη χούντα, ο συγγραφέας μελετά διεξοδικά μια σειρά από ζητήματα της εποχής: 1. Την όξυνση των ενδοαστικών αντιθέσεων και την αστάθεια του αστικού πολιτικού συστήματος ιδιαίτερα από το 1965 και έπειτα. 2. Την προσπάθεια αστικών κομμάτων (Ενωση Κέντρου, ΕΡΕ) και παλατιού να ελέγξουν τις εξελίξεις στο στρατό. 3. Τον αντικομμουνισμό ως κοινό ιδεολογικό παρονομαστή όλων των αστικών δυνάμεων. 4. Την αντιεπιστημονική θεωρία των δύο άκρων (περί «ολοκληρωτισμού»). 5. Τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και την κατάσταση στο Κυπριακό. Ακολουθώντας μια σταθερά διαλεκτική εκτίμηση των γεγονότων και κρίνοντας την πορεία της ταξικής πάλης από την Κατοχή μέχρι την εγκαθίδρυση της χούντας, ο συγγραφέας αντικρούει τον ισχυρισμό που αναπτύχθηκε – και αναπτύσσεται μέχρι σήμερα – από αστικούς κύκλους περί «αφρόνων αξιωματικών». Οπως και στην περίπτωση της ναζιστικής θηριωδίας, την οποία αστοί ιστοριογράφοι αποδίδουν εν πολλοίς στη… «σχιζοφρένεια» του Χίτλερ, η αστική ιστοριογραφία αποκρύπτει εντέχνως το ταξικό υπόβαθρο του φασισμού, αποσυνδέοντας με αντιεπιστημονικό τρόπο την πολιτική απ’ την οικονομία. Ο συγγραφέας ακολουθεί αντίστροφη πορεία απ’ αυτήν, συνδέοντας γεγονότα, δηλώσεις πολιτικών προσώπων της εποχής, με το πλέγμα της πάλης και των αντιθέσεων που διαμορφώνονταν τη δεκαετία του ’60, τόσο σε ενδοαστικό όσο και σε ευρύτερα διαταξικό πλαίσιο. Στην παρουσίαση και ανάλυση των γεγονότων, αλλά και στα συμπεράσματα, ο συγγραφέας καταφέρνει να δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα για τις αιτίες που οδήγησαν στην εγκαθίδρυση της χούντας το 1967. Αποφεύγοντας να εγκλωβιστεί στο τρίγωνο «Πολιτική – Παλάτι – Στρατός» (ή στο δίπολο «Κέντρο» – «Δεξιά» που κυριάρχησε στα μεταπολεμικά χρόνια), το βιβλίο αναζητά τις βαθύτερες αιτίες που οδήγησαν στη χούντα στις αντιθέσεις του ίδιου του αστικού πολιτικού συστήματος. Η αδυναμία του τελευταίου να αυτορρυθμιστεί, να αποβάλει δηλαδή μέρος των «αντικομμουνιστικών υλικών» (σελ. 313) των περασμένων δεκαετιών και να ενσωματώσει «στοιχειώδεις εκσυγχρονισμούς» το οδήγησε σε κρίση – «κρίση νομιμότητας» όπως τη χαρακτήρισε ένας εκ των θεωρητικών του αντικομμουνισμού της εποχής, ο δημοσιογράφος Σ. Κωνσταντόπουλος (4 διαλέξεις, σελ. 289 – 293) – οδηγώντας το προς την κατεύθυνση της στρατιωτικής δικτατορικής διακυβέρνησης. Από την πλευρά της, η θέση της ΕΔΑ και του ΚΚΕ για την ανάγκη σταθεροποίησης του πολιτικού σκηνικού, διενέργεια εκλογών και «συνδυασμένη πάλη όλων των αντιδικτατορικών και δημοκρατικών δυνάμεων της χώρας» (προσέγγιση με την «Ενωση Κέντρου») ουσιαστικά «συντηρούσε, αν δεν όξυνε, τις υπάρχουσες αυταπάτες για τη φιλολαϊκή διέξοδο που ανακόπηκε αλλά που υπήρχε η προσμονή πως θα συνεχιζόταν μετά τις εκλογές και τη νίκη της Ενωσης Κέντρου σ’ αυτές» (σελ. 306).

Το κύριο συμπέρασμα που αποκομίζει ο αναγνώστης από την ταξική προσέγγιση των γεγονότων και των συνθηκών που οδήγησαν στο στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απρίλη 1967 είναι ότι η χούντα υπήρξε επιλογή της ίδιας της κυρίαρχης αστικής τάξης. Η επιβολή της δικτατορίας ήταν «γέννημα» ενός αστικού πολιτικού συστήματος που αδυνατούσε να υπερβεί εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις, χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζεται η συμβολή των ΗΠΑ και του Κυπριακού ως παράγοντες που συνέβαλαν αποφασιστικά προς αυτήν την κατεύθυνση. Η ιστορική γνώση πηγάζει από πλήθος εστιών, ως θεσμοθετημένη ιστορία, αλλά και ως αντιιστορία, ως ατομική και συλλογική μνήμη, όπου αναμειγνύονται βεβαιότητες και ψευδαισθήσεις. Στο έργο αυτό γίνεται κατανοητό πως οι ιστορικές πηγές και η ερμηνευτική που προτείνεται συμβάλλουν τόσο στην ιστορική έρευνα, όπου απαιτείται καταγραφή και τεκμηρίωση γεγονότων από το παρελθόν, αλλά κυρίως στην ιστορική σκέψη και στη συνθετική ικανότητα για τη μετάβαση από το θετικιστικό προς το νεωτερικό επιστημολογικό μοντέλο ιστοριογράφησης.

 

Των
Ιφιγένειας ΒΑΜΒΑΚΙΔΟΥ και Νικόλαου ΜΟΤΤΑ*
*Η Ιφιγένεια Βαμβακίδου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού στην Παιδαγωγική Σχολή του Πανεπιστημίου Δυτικής ΜακεδονίαςΟ Νικόλαος Μόττας είναι υποψήφιος διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας

Πηγή http://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=21/9/2014&id=15427&pageNo=25&direction=1